πληθυντικός

πληθυντικός
η , ό[ν] 1. множественный;
2. (ο ) грам, множественное число;

§ (ο )μιλώ στον πληθυντικό — обращаться на «вы»


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "πληθυντικός" в других словарях:

  • πληθυντικός — plural masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικός — ή, ό / πληθυντικός, ή, όν, ΝΜΑ [πληθύνω] φρ. «πληθυντικός αριθμός» ή, απλώς, «πληθυντικός» γραμμ. ο αριθμός στην κλίση ονομάτων και ρημάτων που φανερώνει δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ζώα ή πράγματα νεοελλ. φρ. «τού μιλώ στον πληθυντικό» απευθύνομαι …   Dictionary of Greek

  • πληθυντικός — ή, ό (γραμμ.), ο αριθμός που δηλώνει πολλά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πληθυντικά — πληθυντικός plural neut nom/voc/acc pl πληθυντικά̱ , πληθυντικός plural fem nom/voc/acc dual πληθυντικά̱ , πληθυντικός plural fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικώτερον — πληθυντικός plural adverbial comp πληθυντικός plural masc acc comp sg πληθυντικός plural neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικῶν — πληθυντικός plural fem gen pl πληθυντικός plural masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικόν — πληθυντικός plural masc acc sg πληθυντικός plural neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τάρταρος — (πληθυντικός τα Τάρταρα). Μυθικός τόπος στα έγκατα της Γης, που ήταν, όπως αναφέρει ο μύθος, τόσο μακριά από την επιφάνειά της όσο η ίδια από τον ουρανό. Μέσα σε αυτόν τον ανήλιο τόπο υψωνόταν το ανάκτορο της Νύχτας, που το σκέπαζαν πάντοτε… …   Dictionary of Greek

  • πληθυντικαῖς — πληθυντικός plural fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικαί — πληθυντικός plural fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυντικοῖς — πληθυντικός plural masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»